ρόφημα

[рофима] ουσ. о. глоток, напиток.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "ρόφημα" в других словарях:

  • ῥόφημα — that which is supped up neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ρόφημα — το / ῥόφημα, ΝΜΑ, και ιων. τ. ῥύφημα Α [ῥοφῶ / ῥυφῶ] νεοελλ. ζεστό κυρίως πρωινό, αφέψημα, τσάι μσν. ρουφηξιά, γουλιά κρασιού μσν. αρχ. ρευστή, πυκνόρρευστη ή πολτώδης τροφή, σε αντιδιαστολή προς τη στερεά ή την υγρή· …   Dictionary of Greek

  • ρόφημα — το, ατος καθετί που πίνει κανείς, ιδίως για πρόγευμα: Ήπιες το πρωινό ρόφημα; …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ῥοφημάτων — ῥόφημα that which is supped up neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοφήμασι — ῥόφημα that which is supped up neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοφήμασιν — ῥόφημα that which is supped up neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοφήματα — ῥόφημα that which is supped up neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοφήματι — ῥόφημα that which is supped up neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοφήματος — ῥόφημα that which is supped up neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ῥοφήματ' — ῥοφήματα , ῥόφημα that which is supped up neut nom/voc/acc pl ῥοφήματι , ῥόφημα that which is supped up neut dat sg ῥοφήματε , ῥόφημα that which is supped up neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.